Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

,,,ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ!


Μετά από μια καλοκαιρινή μπόρα …μεγάλης διάρκειας,με έντονη βροχόπτωση …με πτώση της θερμοκρασίας  αλλαγή σκηνικού τοπίου….-είμαστε στα αλήθεια στα μέσα του καλοκαιριού;-Αναρωτιέμαι. Αλλά κόντρα σε όλες αυτές τις δυσμενείς συνθήκες ,με ζακετούλα η αλήθεια και κλειστό το παράθυρο του αυτοκινήτου επιχειρώ μια βόλτα στην παραλία. Εκεί που πλαφ σκάει το κύμα την ώρα που πάει να κάνει ο ήλιος την απογευματινή του βουτιά η ματιά πέφτει πάνω σε ξύλο που πλέει ….κλαδί που κείτεται στην άκρη… κορμό θαλασσοδαρμένου που ξέβρασε η θάλασσα …τέλος πάντων ένα ωραίο κομμάτι σκέφτηκα αμέσως και έτρεξα κράτσα κρούτσα να το συναντήσω.

 Να γνωριστούμε από κοντά …να ανταλλάξουμε διευθύνσεις …να με κάνει φίλη στο φβ… Η αλήθεια μου είναι πως γυάλισε το μάτι μου όπως όταν βρίσκεις εντελώς αναπάντεχα κάτι πολύτιμο και μεγάλης αξίας στο δρόμο σου. Κουτρουβαλώντας φτάνω στην άκρη εκεί που όπως είπαμε έσκαγε το κύμα και άρχισα το πιρι πιρι. Προσπαθούσα να το πείσω να ανέβει στο αυτοκίνητο μαζί μου, να το πάω μια βόλτα. Αλλά πέρα έβρεχε για αυτό. Σημασία δε μου έδινε. Προσπάθησα να το καλοπιάσω από τους ώμους όπως κάνουμε στα παιδάκια για να τα ξεκουνήσουμε από την τηλεόραση. «Έλα χρυσέ μου, έλα καλέ μου… ακριβέ μου . Τίποτε πάλι αυτό. Ε, μα !Φύσηξα αγανακτισμένη τινάζοντας το κεφάλι και πήγα- ήρθα ενισχυμένη με δυνάμεις βοήθειας και υποστηρικτικό υλικό. Έτσι είσαι πουλάκι μου; Με τη βία και το στανιό το φόρτωσα στο αμάξι και με ανοιχτή την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου το οδήγησα στην αυλή του σπιτιού. 

Σχεδόν ξεψυχισμένο το κουφαράκι μου το ξέπλυνα από την αλμύρα, το γύρισα από τη μια ,το γύρισα και από την άλλη , το κανάκεψα, το ταχτάρισα και όταν φάνηκε να συνέρχεται  και άστραψε στον ήλιο, τότε έκατσα χάμω και του είπα παραμύθια από αυτά που κατεβάζω από την κούτρα μου… Μια φορά κι έναν καιρό ….ήταν ένα καραβάκι …ήταν δύο,  ήταν  τρία …Καλέ!!! Στόλος ολάκερος!
Και μου΄ γινε συνήθεια, να σταματώ σε παραλίες πότε δω, πότε κει και άλλες πιο πέρα και καθώς  περπατώ ξυπόλητη πάνω στις ψιλές πετρούλες,   να αναζητώ με το μάτι ξύλα, ξυλαράκια, κορμούς,  κλαδάκια, ασπρισμένα από την αλμύρα της θάλασσας ίσια και με καμπύλες . Και όταν γεμίσουν τα χέρια μου και δεν μπορώ άλλα να βαστάξω, γυρίζω πίσω . Τα στοιβάζω σε μια μεριά της αυλής και όλοι ρωτάνε : «Τι θα τα κάνεις αυτά;» Κι εγώ που δεν έχω ιδέα τι θέλω να τα  κάνω,  σκαρφίζομαι σενάρια με το νου μου και φαντάζομαι στολίδια διακοσμητικά, και κρεμαστά λουλούδια …ανεμόσκαλες σκαλωμένες στο φεγγάρι και ταξίδια σε πελάγη μακρινά ,βασιλέματα σε γαλαζοπράσινα νερά και πατούσες σε ξανθή αμμουδιά …….. 

Σαν από λήθαργο, ακούω το όνομα μου …μην είναι το παλικάρι καβάλα στο άσπρο άλογο ή μήπως νεράιδα αναδυόμενη από υπόγειες σπηλιές; Μην είναι κουρσάροι θαλασσοτυραννισμένοι ,ή μήπως η γοργόνα η αδερφή του Μέγα  Αλέξανδρου;…

 «Που είναι η Μαρία …» ρωτάει η φωνή. Και ακούω την απάντηση, φωνή μπάσα και απαξιωτική   … «Εδώ γύρω …μαζεύει κάτι τσαλιά…» . Έλεος! Άνθρωπέ μου άκου τσαλιά. « Ε !!!Γέμισες την αυλή με σκουπίδια…» Ε ! όχι και σκουπίδια τα θαλασσοξυλάκια μου.! Η φωνή απομακρύνεται μουρμουρίζοντας … «θα ανάψω ένα μαγκάλι με αυτά …»  Πού έπεσα η δόλια ; Σε άνδρο πυρομανών, φανατικών μπαρμπεκιουριτάδων, αχόρταγων ψητοφάγων ….Ωιμέ! Αλί και τρισαλί  …πρέπει οπωσδήποτε να βρω τρόπο να τα φυγαδέψω… Δεν θα επιτρέψω μια τέτοια καταστροφή. Θα ορθώσω  το ανάστημά  μου και μόνο πάνω από το πτώμα μου θα αφήσω …  «Μαμάαααα….Τι έχει να φάω…» Βρε που έμπλεξα η δόλια; Ούτε ένα παραμύθι να μην μπορώ να το φτάσω στο ζήσαν αυτοί καλά…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου